Τετάρτη, 2 Φεβρουαρίου 2011

Ο Βρυγμός


Ο Βρυγμός (bruxism) είναι ο επιστημονικός όρος για την περιγραφή μίας νοσηρής κατάστασης που χαρακτηρίζεται από το ασυναίσθητο τρίξιμο και σφίξιμο των δοντιών. Δεν είναι σπάνιος. Οι περισσότερες μελέτες εκτιμούν ότι προσβάλλει το 5% - 20% των ανθρώπων, ανεξαρτήτως ηλικίας και φύλου.

Ο βρυγμός μπορεί να εκδηλωθεί οποιαδήποτε ώρα του 24ώρου, αλλά συνηθέστερα εκδηλώνεται κατά τη διάρκεια του ύπνου. Αυτός που υποφέρει από νυχτερινό βρυγμό, τις περισσότερες φορές, δεν το αντιλαμβάνεται. Το αντιλαμβάνεται εκείνος που κοιμάται πλάι του ή στην περίπτωση των παιδιών, οι γονείς τους.

Δεν πρόκειται για μία ακούσια κίνηση των γνάθων, σαν να μασάμε κάτι. Είναι κάτι περισσότερο. Στο βρυγμό η δύναμη με την οποία μπορεί να σφίξει κάποιος τα δόντια του, κατά τη διάρκεια του ύπνου, μπορεί να είναι έως έξι φορές μεγαλύτερη από την πίεση που ασκεί πάνω σε αυτά κατά τη διάρκεια της ημέρας. Αυτή η δύναμη δεν είναι μόνο υπερβολική, αλλά μπορεί να διαρκεί έως 40 λεπτά ανά ώρα ύπνου.

Αυτή η υπερβολική πίεση μπορεί να καταστεί βλαπτική για τα δόντια, το περιοδόντιο, τους μυς της μασήσεως, τα οστά των γνάθων και την κροταφογναθική άρθρωση. Η έκταση των βλαπτικών αποτελεσμάτων εξαρτάται από την ένταση της πίεσης και από τη διάρκειά της. Ο βρυγμός μπορεί να κρατήσει εβδομάδες, μήνες ή χρόνια.

Μπορεί να υποχωρήσει μόνος του, χωρίς καμία θεραπευτική παρέμβαση, αλλά όταν παρατείνεται και κυρίως όταν εμφανίζονται ενοχλήσεις και συμπτώματα, ο ασθενής θα πρέπει να αναζητήσει ιατρική βοήθεια.

Ο οδοντίατρος είναι η ενδεδειγμένη ιατρική ειδικότητα στην οποία θα πρέπει να αποταθεί ο πάσχων. Μπορεί να αναφέρει το πρόβλημά του κατά τη διάρκεια των τακτικών  προληπτικών επισκέψεών του στον οδοντίατρο ή να τον επισκεφθεί ειδικά γι αυτό το σκοπό.
   
Τα αίτια
   

Ο εγκέφαλος δεν σταματά ποτέ να εργάζεται. Ακόμα και κατά τη διάρκεια του ύπνου το υποσυνείδητο επεξεργάζεται τα προβλήματα και το στρες που αντιμετώπισε κατά τη διάρκεια της ημέρας στο χώρο της εργασίας, στο σπίτι, στο σχολείο ή ασχολείται με τα προβλήματα που πρόκειται να αντιμετωπίσει την επόμενη μέρα. Ίσως σε μία προσπάθεια διαχείρισης αυτών των προβλημάτων οι άνθρωποι να βλέπουν δυσάρεστα όνειρα ή να μιλούν στον ύπνο τους. Μπορεί όμως και να τρίζουν τα δόντια τους.

Ο νυχτερινός βρυγμός είναι η τρίτη συνηθέστερη διαταραχή του ύπνου μετά από το παραμιλητό  και το ροχαλητό. Κι ενώ οι δύο πρώτες διαταραχές δεν αφήνουν εμφανή σημάδια, ο βρυγμός αν και μπορεί να φαίνεται μία αθώα παρεκτροπή, μπορεί να προκαλέσει σημαντικά προβλήματα.

Η αιτία του βρυγμού δεν είναι απολύτως γνωστή. Κυριότερος ωστόσο εκλυτικός παράγοντας θεωρείται το στρες. Έχει παρατηρηθεί ότι το πρόβλημα επιδεινώνεται σε περιόδους αύξησης του στρες, όταν βρισκόμαστε υπό το κράτος συναισθημάτων όπως ο θυμός ή η αίσθηση της αποτυχίας, καθώς και σε ύπαρξη πόνου ή ενοχλημάτων από κάποια άλλη περιοχή του σώματος.

Ο τύπος της προσωπικότητας που χαρακτηρίζεται από βιασύνη, επιθετικότητα και ανταγωνιστικότητα συγκεντρώνει περισσότερες πιθανότητες να εκδηλώσει τη διαταραχή.

Η χρήση καφεΐνης και αλκοόλ, ιδιαίτερα κατά τις πριν από την κατάκλιση ώρες, μπορεί να επιδεινώσει την κατάσταση.

Στους οδοντικούς αιτιολογικούς παράγοντες συγκαταλέγονται οι διαταραχές της συγκλείσεως των οδοντικών φραγμών, ενίοτε οι εξαγωγές, τα στραβά δόντια, τα κακότεχνα σφραγίσματα και οι κακότεχνες προσθετικές εργασίες.

Στους μη οδοντικούς παράγοντες συγκαταλέγονται οι παρενέργειες από ορισμένα φάρμακα όπως είναι τα αντικαταθλιπτικά, τυχόν επιπλοκές από κάποια σοβαρή εγκεφαλική βλάβη και η εκδήλωση στην περιοχή του προσώπου κάποιας σπάνιας νευρομυϊκής ασθένειας.
   
Τα συμπτώματα


Το πρώτο, κατά σειρά εμφάνισης, σύμπτωμα μπορεί να μην αφορά τον ίδιο τον ασθενή, αλλά να είναι η ενόχληση του παρακοιμώμενου προσώπου. Ωστόσο η εμφάνιση του βρυγμού  κατά τη διάρκεια της νύχτας, ενίοτε συνοδεύεται και από διαταραχές του ύπνου.

Οι μυς που χρησιμοποιούμε για να μασήσουμε την τροφή είναι οι μυς που υπερλειτουργούν κατά τη διάρκεια του βρυγμού και γι αυτό μετά από μερικές ώρες ασυναίσθητης καταπόνησης, ιδίως κατά την πρωινή έγερση, μπορεί να εμφανίζονται σφιγμένοι, κουρασμένοι και ευαίσθητοι ή επώδυνοι στην ψηλάφηση, ενίοτε δε να συνοδεύονται από αμβλείς πρωινούς πονοκεφάλους.
Ακόμα κι αν ο ασθενής δεν νιώσει τα πρωινά ενοχλήματα, ενδέχεται κατά τη διάρκεια της ημέρας να νιώσει ενόχληση ή πόνο στην περιοχή της κροταφογναθικής άρθρωσης, ιδίως κατά τη μάσηση ή το χασμουρητό.

Συχνά ο πόνος αντανακλάται και μπορεί να εμφανιστεί ως πόνος στην περιοχή των αυτιών ή του λαιμού. Ίσως να υπάρχει δυσκολία στη διάνοιξη του στόματος.
   
Οι επιπλοκές
               

Ορισμένοι άνθρωποι εμφανίζουν βρυγμό, χωρίς να αντιμετωπίσουν μεσο-μακροπρόθεσμες συνέπειες.

Όταν όμως υπάρξουν τέτοιες συνέπειες, μπορεί να είναι ποικίλης μορφής.
 
Οι βλάβες στα δόντια εκδηλώνονται με τη μορφή αποτριβής, θραύσης και απόσπασης μικρών επιφανειακών τμημάτων ή εμφάνισης μεγαλύτερων καταγμάτων και με αύξηση της κινητικότητάς τους.

Η αποτριβή των δοντιών που επέρχεται βαθμιαία, αν δεν αντιμετωπιστεί και αφεθεί να εξελίσσεται για χρόνια, μπορεί να έχει δραματικά αποτελέσματα τόσο στην εμφάνιση, όσο και στην λειτουργία του στοματογναθικού συστήματος. 

Κατά την αποτριβή τα δόντια χάνουν αρχικά τα φύματά τους, δηλαδή το ανάγλυφο της μασητικής τους επιφάνειας και στη συνέχεια μεγάλο μέρος από το ύψος τους. 

Με την επιπέδωση που επέρχεται, χάνεται σταδιακά το προστατευτικό στρώμα της αδαμαντίνης που τα καλύπτει, αφήνοντας την ευαίσθητη οδοντίνη εκτεθειμένη. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τα δόντια να καθίστανται ευαίσθητα στο κρύο, την πίεση και άλλα ερεθίσματα.

Τα σφραγίσματα και οι προσθετικές εργασίες που υπάρχουν στο στόμα υφίστανται και αυτά υπερβολικές πιέσεις με αποτέλεσμα το σπάσιμο ή την εκμόχλευσή τους.

Στο περιοδόντιο αναπτύσσεται φλεγμονή και η αύξηση της κινητικότητας των δοντιών τα προδιαθέτει για γρηγορότερη απόπτωση.


Η εσωτερική επιφάνεια των παρειών, στο ύψος της μασητικής επιφάνειας των οδοντικών φραγμών, μπορεί να παρεμβληθεί μεταξύ τους και να τραυματισθεί.

Οι ιστοί της κροταφογναθικής άρθρωσης επιβαρύνονται επίσης. Μπορεί ο χόνδρος που καλύπτει τις αρθρικές επιφάνειες να υποστεί φλεγμονή η οποία να εκδηλώνεται με πόνο εντοπιζόμενο στη γνάθο ή αντανακλώμενο στο αυτί. Συχνά η γνάθος μετατοπίζεται από τη σωστή της θέση μέσα στην άρθρωση και προκαλούνται διάφοροι ήχοι κατά τη λειτουργία της, ενώ ενδέχεται να εμφανιστεί και δυσκολία στη διάνοιξη του στόματος.

Ορισμένοι ασθενείς εμφανίζουν με την πάροδο των ετών διόγκωση των οστών  των γνάθων, ως αποτέλεσμα της προσπάθειας του οργανισμού να ενισχύσει την οστική μάζα, για να ανταπεξέλθει στις μεγάλες πιέσεις που υφίσταται για παρατεταμένη χρονική περίοδο.

Κάποιοι ασθενείς παραπονούνται ότι βλέπουν όνειρα ότι χάνουν τα δόντια τους, ενώ μπορεί να συνυπάρχουν αϋπνία, κατάθλιψη και να προκληθεί διαταραχή των διαιτητικών συνηθειών.
   
Ο βρυγμός στην παιδική ηλικία


Τα παιδιά μπορεί να εκδηλώσουν τον βρυγμό ως αποτέλεσμα των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν στο σχολείο. Προβλήματα προσαρμογής, σχέσεων, έριδες, επιπλήξεις, τα μαθήματα που πρέπει να διαβάσουν στο σπίτι, οι βαθμοί και οι εξετάσεις είναι θέματα που μπορεί να τα απασχολούν και κατά τη διάρκεια του ύπνου τους και να τους προκαλούν στρες. Η πίεση που αισθάνονται ή σε άλλες περιπτώσεις το συναίσθημα του θυμού αποτελούν ένα πρόσφορο ψυχολογικό υπόστρωμα.

Τα ενοχλήματα από την οδοντοφυΐα μπορούν επίσης να λειτουργήσουν ως αίτιο ανάπτυξης βρυγμού, όπως και η κακή σύγκλειση των δοντιών.

Το ίδιο και ο πόνος ή οι ενοχλήσεις από κάποιο άλλο πρόβλημα υγείας. Κρυολογήματα, αλλεργίες, ωτίτιδες συγκαταλέγονται σε αυτά.

Στα παιδιά ο βρυγμός μπορεί να συνοδεύεται από θηλασμό του αντίχειρα, δάγκωμα των νυχιών ή της εσωτερικής επιφάνειας των παρειών. Η τοποθέτηση αντικειμένων όπως το στυλό ή το μολύβι κατά τη διάρκεια της ημέρας  και το δάγκωμά τους ενισχύει την προδιάθεση για την εκδήλωση του βρυγμού κατά τη διάρκεια του ύπνου.

Από τα παιδιά που εμφανίζουν βρυγμό μεταξύ 3 και 10 ετών, τα περισσότερα από τα μισά θα τον σταματήσουν ως την ηλικία των 13 ετών, χωρίς αυτός να αφήσει βλάβες στα δόντια. Για ορισμένα όμως παιδιά η διαταραχή θα συνεχιστεί.

Συχνά οι γονείς δεν αποδίδουν σημασία στο βρυγμό των παιδιών, επειδή νομίζουν ότι πρόκειται για μία φυσιολογική ή σχετικά αθώα κατάσταση.

Αντικαταθλιπτικά  και  Βρυγμός

 

Υπάρχουν μελέτες που αναφέρουν ότι ένα ποσοστό ασθενών που παίρνουν αντικαταθλιπτικά και ιδιαίτερα μία κατηγορία αυτών των φαρμάκων που ονομάζονται εκλεκτικοί αναστολείς της επαναπρόσληψης σεροτονίνης (φλουοξετίνη, τραζοδόνη, φλουβοξαμίνη, νεφαζοδόνη, παροξετίνη, σερτραλίνη, βενλαφαξίνη) εμφανίζουν, μεταξύ άλλων παρενεργειών, βρυγμό, ο οποίος σταματάει με τη διακοπή του υπαίτιου φαρμάκου.

Ένα παθοφυσιολογικό μοντέλο που έχει προταθεί για τον βρυγμό που προκαλείται από αυτά τα φάρμακα, το παρομοιάζει με μορφή ακαθησίας (το δυσάρεστο υποκειμενικό συναίσθημα διέγερσης, που εκδηλώνεται με αδυναμία του ατόμου να παραμείνει ήρεμο, χωρίς να κινείται).

Επιστημονικά ορίζεται ως διαταραχή της σεροτονινεργικής ρύθμισης των ντοπαμινεργικών νευρώνων σε συγκεκριμένη περιοχή του εγκεφάλου.

Με απλά λόγια, αυτά τα φάρμακα ενισχύουν τη δράση της σεροτονίνης, μίας ουσίας που απελευθερώνεται από ορισμένα νευρικά κύτταρα στον εγκέφαλο. Τα αυξημένα επίπεδα σεροτονίνης, σε συγκεκριμένες περιοχές στον εγκέφαλο, επιδρούν σε παρακείμενα νευρικά κύτταρα που απελευθερώνουν ντοπαμίνη και τα αναγκάζουν να μειώσουν την απελευθέρωσή της.

Μία από τις λειτουργίες της ντοπαμίνης είναι να ελέγχει τις κινήσεις των μυών του σώματος. Τα μειωμένα επίπεδά της δεν επαρκούν για τον ικανοποιητικό έλεγχό τους. Για παράδειγμα, ο τρόμος και άλλες κινητικές διαταραχές που συνδέονται με τη νόσο του Parkinson πιστεύουμε ότι σχετίζονται με μειωμένα επίπεδα ντοπαμίνης.

Για την αντιμετώπιση του βρυγμού που αποδίδεται στη χορήγηση αντικαταθλιπτικών, συνήθως επιλέγεται η αντικατάσταση του υπεύθυνου φαρμάκου με άλλο της ίδιας κατηγορίας, η μείωση της δοσολογίας του ή η ταυτόχρονη χορήγηση βουσπιρόνης.

Μελέτες έχουν δείξει ότι η βουσπιρόνη ενισχύει τη δράση της ντοπαμίνης και μειώνει τα συμπτώματα του βρυγμού. Η βασική επιδίωξη είναι να επιτευχθεί η ανακούφιση από τα συμπτώματα του βρυγμού, χωρίς να χαθεί η αντικαταθλιπτική αποτελεσματικότητα της αγωγής.

   
Η διάγνωση


Η διάγνωση του βρυγμού μπορεί να γίνει κατά τη διάρκεια των τακτικών επισκέψεων στον οδοντίατρο. Τα δόντια εξετάζονται μήπως παρουσιάζουν σημάδια βρυγμού, που συνήθως είναι η επιπέδωση των φυμάτων στις μασητικές επιφάνειες.

Εάν παρατηρηθούν τέτοια σημάδια, ο οδοντίατρος θα παρακολουθήσει την εξέλιξή τους κατά τις επόμενες προγραμματισμένες επισκέψεις του ασθενούς ή μπορεί να του ζητήσει να επανέλθει ειδικά για την παρακολούθηση του βρυγμού, πριν προχωρήσει στην εκπόνηση ενός θεραπευτικού σχεδίου, για την αντιμετώπιση του προβλήματος.

Μία εξέταση για βρυγμό μπορεί να αποκλείσει άλλες διαταραχές που μπορούν να προκαλέσουν παρόμοιους πόνους ή ενοχλήματα. Ίσως αποκαλυφθεί ότι ο ασθενής έχει ένα ιστορικό σημαντικού στρες.

Εάν ο οδοντίατρος υποπτευθεί ότι υφίσταται βρυγμός, θα προσπαθήσει να εξακριβώσει την αιτία, κάνοντας ερωτήσεις σχετικές με την ένταση του στρες, τη λήψη φαρμάκων, την γενική κατάσταση της οδοντικής υγείας και το εάν καταναλώνονται ποσότητες αλκοόλ ή καφεϊνούχων ροφημάτων και αναψυκτικών, ιδίως τις βραδινές ώρες.

Οι ερωτήσεις μπορεί να απευθυνθούν και στον άνθρωπο που κοιμάται πλάι στον ασθενή, σχετικά με τις συνήθειες του ύπνου του και ιδιαίτερα για το εάν έχει ακούσει ασυνήθιστους ήχους τριξίματος των δοντιών κατά τη διάρκεια της νύχτας.

Για να εκτιμηθεί η ένταση του βρυγμού, ο οδοντίατρος θα εξετάσει το στόμα του ασθενούς και την κροταφογναθική του άρθρωση, για να διαπιστώσει τυχόν ευαισθησία στους  μασητήριους μυς, καθώς και τα δόντια για τυχόν παρουσία εμφανών οδοντικών ανωμαλιών, όπως σπασίματα, κακή σύγκλειση ή απώλειες. Ίσως βγάλει μία σειρά ακτινογραφιών των οδοντικών φραγμών και της άρθρωσης.

Εάν η εξέταση αποκαλύψει ότι το πρόβλημα του ασθενούς δεν σχετίζεται με τα δόντια, αλλά αφορά άλλη νοσολογική οντότητα, θα τον παραπέμψει σε ιατρό άλλης ειδικότητας. 

Εάν ο οδοντίατρος διαπιστώσει ότι υπάρχει βρυγμός και οφείλεται σε έντονο πρόβλημα στρες, μπορεί να τον παραπέμψει ή να συνεργαστεί με κάποιον ψυχολόγο.
   
Η θεραπεία


Δεν υπάρχει αιτιολογική παρά μόνο συμπτωματική θεραπεία για τον βρυγμό. Σκοπός της είναι η πρόληψη των βλαβών στα δόντια και η μείωση των ενοχλημάτων και του πόνου.
Η ορθή αντιμετώπισή του αρχίζει με μία εξέταση από τον οδοντίατρο. Κατά τη διάρκεια αυτής της επίσκεψης, ο οδοντίατρος θα εξετάσει τους μασητήριους μυς για να διαπιστώσει εάν εμφανίζουν ευαισθησία, και θα ψάξει στα δόντια και στους περιοδοντικούς ιστούς για να εντοπίσει σημάδια που να οφείλονται σε βρυγμό. 

Ο οδοντίατρος επίσης θα κάνει μία σειρά ερωτήσεων σε μία προσπάθεια να εντοπίσει την αιτία του βρυγμού.
 
Υπάρχει μια σειρά θεραπευτικών σχημάτων που βασίζονται τόσο σε καθαρά οδοντιατρική παρέμβαση όσο και σε ψυχολογική υποστήριξη.

Συνήθως το πρώτο και μερικές φορές το μοναδικό μέτρο που θα πάρει ο οδοντίατρος, θα  είναι να κατασκευάσει έναν ειδικό νάρθηκα για το στόμα του ασθενούς, που θα μπορεί να τον φορά κατά τη διάρκεια της νύχτας για αρκετές εβδομάδες ή μήνες, ανάλογα με το είδος και τη μορφή των ενοχλημάτων.

Ο νάρθηκας  γίνεται ανεκτός από τον ασθενή συνήθως μετά τις πρώτες χρήσεις και καταφέρνει να μειώσει τις δυνάμεις που ασκούνται πάνω στα δόντια, να χαλαρώσει τους μυς, να επαναφέρει σε πιο σωστή θέση την κάτω γνάθο μέσα στην κροταφογναθική άρθρωση και να μειώσει την επιβάρυνσή της.

Η χρησιμοποίηση του νάρθηκα συνδυάζεται με την επανεκπαίδευση του ασθενούς, ώστε να αλλάξει τη συμπεριφορά του και να συνηθίσει να αναπαύει τη γλώσσα του τοποθετώντας την ψηλά μέσα στη στοματική κοιλότητα, να κρατάει τα χείλη του κλειστά και τα πάνω με τα κάτω δόντια του να μην ακουμπούν μεταξύ τους.

Ένα ακόμα όπλο στη θεραπευτική φαρέτρα του οδοντίατρου για την αντιμετώπιση του βρυγμού είναι η εξισορρόπηση οποιασδήποτε συγκλεισιακής δυσαρμονίας. Αυτό μπορεί να γίνει με απλούς τρόπους, όπως ο εκλεκτικός τροχισμός των δοντιών ή πιο σύνθετους, όπως η ορθοδοντική και η προσθετική αποκατάσταση. 

 
Σε περιπτώσεις που η αποτριβή των δοντιών έχει πάρει μεγάλες διαστάσεις και αποτελεί ένα αισθητικό και λειτουργικό πρόβλημα, κρίνεται συνήθως απαραίτητη η ανακατασκευή της σύγκλισης με γέφυρες και στεφάνες


Η περαιτέρω αντιμετώπιση ποικίλει ανάλογα με την αιτία.

Αν ο βρυγμός αποδίδεται στο έντονο στρες ίσως χρειαστεί η παραπομπή σε ψυχολόγο. Ειδικές ασκήσεις χαλάρωσης μπορούν να βοηθήσουν. Μυοχαλαρωτικά ή Botoxμπορούν προσωρινά να μειώσουν το σπασμό στους σφιγμένους και καταπονημένους μυς, όταν περισσότερο συντηρητικές προσεγγίσεις αποτύχουν.
Στην περίπτωση της ύπαρξης εγκεφαλικής βλάβης ή νευρομυϊκής νόσου απαιτείται συνεργασία του οδοντίατρου με άλλες ιατρικές ειδικότητες.

Στην περίπτωση που ο βρυγμός οφείλεται στη χορήγηση συγκεκριμένου φαρμάκου, η αντικατάστασή του με άλλο που δεν προδιαθέτει στην εκδήλωση του βρυγμού είναι η ενδεδειγμένη λύση.
Η καφεΐνη και η νικοτίνη μπορεί να επιτείνουν τον μυϊκό πόνο, συνεπώς η μείωσή τους ιδιαίτερα κατά τις βραδινές ώρες συνιστάται.


Τελικά..

Ίσως χρειάζεται μερικές φορές στη ζωή μας να τρίξουμε τα δόντια μας σε κάποιον. Αν όμως τα δόντια μας αρχίζουν να τρίζουν από μόνα τους, καλό είναι να αναζητήσουμε μία ιατρική συμβουλή.





Πηγή: www.odontiatriki.gr